Οι πολλές μορφές της απώλειας: όταν η ζωή δεν είναι πια όπως την είχαμε φανταστεί

Όταν ακούμε τη λέξη «απώλεια», οι περισσότεροι σκεφτόμαστε τον θάνατο ενός αγαπημένου ανθρώπου. Και πράγματι, ο θάνατος αποτελεί μία από τις πιο βαθιές και επώδυνες εμπειρίες που μπορεί να βιώσει κάποιος.
Όμως η απώλεια δεν εμφανίζεται μόνο όταν χάνουμε έναν άνθρωπο. Μπορεί να εμφανιστεί όταν τελειώνει μια σχέση που πιστεύαμε ότι θα κρατήσει για πάντα. Όταν έρχεται ένα διαζύγιο που δεν είχαμε φανταστεί. Όταν χάνουμε μια δουλειά που μας έδινε ασφάλεια και ταυτότητα. Όταν μια ασθένεια αλλάζει τη ζωή μας. Όταν τα παιδιά μεγαλώνουν και φεύγουν από το σπίτι και αλλάζει η καθημερινότητα της οικογένειας. Όταν η ζωή παίρνει μια διαφορετική πορεία από εκείνη που είχαμε σχεδιάσει.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, δεν χάνουμε μόνο κάτι ή κάποιον. Χάνουμε και ένα κομμάτι της πραγματικότητας που γνωρίζαμε μέχρι εκείνη τη στιγμή. Και αυτό είναι μια μορφή πένθους.
Δεν πενθούμε μόνο ανθρώπους. Δεν χάνουμε μόνο αυτό που υπήρχε. Χάνουμε και αυτό που περιμέναμε
Πολλές φορές οι άνθρωποι δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν το δικαίωμά τους να πενθήσουν όταν δεν έχει προηγηθεί θάνατος. Σκέφτονται πως «υπάρχουν χειρότερα», «δεν πέθανε κανείς», «πρέπει να προχωρήσω», «δεν δικαιολογείται να νιώθω έτσι».
Κι όμως, η ψυχική μας πραγματικότητα δεν λειτουργεί με συγκρίσεις. Ο πόνος δεν μετριέται με αντικειμενικά κριτήρια. Όταν χάνουμε κάτι σημαντικό, πονάμε όχι μόνο για αυτό που χάθηκε, αλλά και για τη θέση που είχε στη ζωή μας. Πολλές φορές, αυτό που χρειάζεται να θρηνήσουμε δεν είναι μόνο αυτό που χάθηκε, αλλά και αυτό που δεν θα συμβεί ποτέ όπως το είχαμε φανταστεί.
Ένας χωρισμός μπορεί να σημαίνει την απώλεια ενός συντρόφου, αλλά και την απώλεια κοινών ονείρων, σχεδίων, συνηθειών και μιας εικόνας για το μέλλον. Η απώλεια μιας εργασίας μπορεί να σημαίνει απώλεια οικονομικής ασφάλειας, αλλά και απώλεια αυτοεκτίμησης, δημιουργικότητας, καθημερινής δομής και αίσθησης σκοπού. Η δυσκολία απόκτησης παιδιού μπορεί να σημαίνει απώλεια μιας εκδοχής της ζωής και ρόλων που είχαμε ονειρευτεί.
Πίσω από κάθε απώλεια υπάρχει μια ιστορία που αλλάζει.
Αυτό που πονάει δεν είναι πάντα αυτό που φαίνεται
Συχνά οι άνθρωποι έρχονται στη θεραπεία μιλώντας για ένα γεγονός: έναν χωρισμό, μια απόλυση, μια μετακόμιση, μια ασθένεια. Καθώς όμως η συζήτηση προχωρά, αποκαλύπτεται ότι ο πόνος δεν αφορά μόνο το γεγονός, αλλά και αυτό που συμβόλιζε. Μια σχέση μπορεί να συμβόλιζε ασφάλεια. Μια δουλειά μπορεί να συμβόλιζε αξία και αναγνώριση. Ένας γάμος μπορεί να συμβόλιζε σταθερότητα. Όταν χάνεται κάτι σημαντικό, δεν χάνεται μόνο το ίδιο το γεγονός, αλλά συχνά και το νόημα που του είχαμε αποδώσει.
Η αλλαγή στους ρόλους ή στον τρόπο εκπλήρωσή τους φέρνει πολλές φορές μία αίσθηση απώλειας. Η αποχώρηση των παιδιών από το σπίτι μπορεί να φέρει περηφάνια, αλλά και ένα βαθύ αίσθημα κενού, καθώς αλλάζει η καθημερινότητα και ο τρόπος με τον οποίο βιώνεται ο γονεϊκός ρόλος.
Όταν χάνεται το γεγονός, συχνά τραυματίζεται και το νόημα που του είχαμε δώσει. Γι’ αυτό δύο άνθρωποι δεν βιώνουν ποτέ με τον ίδιο τρόπο την ίδια απώλεια. Γιατί δεν χάνουν ακριβώς το ίδιο πράγμα.
Οι αόρατες απώλειες
Υπάρχουν απώλειες που αναγνωρίζονται κοινωνικά: ο θάνατος ενός γονιού, η απώλεια ενός συζύγου, μια σοβαρή ασθένεια. Υπάρχουν όμως και απώλειες που περνούν σχεδόν απαρατήρητες.
Ένας χωρισμός που «δεν κράτησε αρκετά» για να τον πάρουν οι άλλοι στα σοβαρά. Η απώλεια της δυνατότητας να αποκτήσει κάποιος παιδί. Η απόφαση να εγκαταλείψει ένα όνειρο. Η απώλεια μιας εικόνας που είχε για τον εαυτό του.
Αυτές οι απώλειες συχνά συνοδεύονται από μοναξιά και έναν πόνο που δεν εκφράζεται εύκολα και γι’ αυτό συχνά μένει ανεπεξέργαστος. Όχι επειδή είναι λιγότερο σημαντικές, αλλά επειδή δεν αναγνωρίζονται εύκολα.
Χρειάζεται να «ξεπεράσουμε» την απώλεια;
Η λέξη «ξεπερνώ» χρησιμοποιείται συχνά όταν μιλάμε για δύσκολες εμπειρίες. Όμως πολλοί άνθρωποι νιώθουν πίεση όταν την ακούν, σαν να πρέπει κάποια στιγμή να αφήσουν πίσω τους αυτό που έχασαν.
Η πραγματικότητα είναι συνήθως πιο σύνθετη. Οι σημαντικές απώλειες μάς αλλάζουν. Δεν επιστρέφουμε ακριβώς στον άνθρωπο που ήμασταν πριν. Και αυτό δεν είναι απαραίτητα κάτι αρνητικό.
Με τον χρόνο, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ξεχνούν. Δεν διαγράφουν. Δεν ακυρώνουν. Μαθαίνουν σταδιακά να ζουν με μια νέα πραγματικότητα. Να ενσωματώνουν την εμπειρία της απώλειας στην ιστορία της ζωής τους προχωρώντας με έναν νέο τρόπο, ανακαλύπτοντας νέα κομμάτια του εαυτού τους.
Η προσαρμογή δεν σημαίνει προδοσία
Ένα από τα πιο δύσκολα συναισθήματα μετά από μια σημαντική απώλεια είναι οι ενοχές: ενοχές επειδή γέλασα, επειδή πέρασα καλά, επειδή προχώρησα, επειδή αγάπησα ξανά.
Όμως η προσαρμογή δεν είναι προδοσία. Το ότι συνεχίζουμε να ζούμε δεν σημαίνει ότι ξεχάσαμε. Το ότι χτίζουμε κάτι νέο δεν σημαίνει ότι αυτό που χάθηκε δεν είχε αξία.
Οι άνθρωποι μπορούν να κουβαλούν μέσα τους την αγάπη, τις αναμνήσεις και τη σημασία μιας σχέσης, ενώ ταυτόχρονα συνεχίζουν τη ζωή τους. Τα δύο δεν αλληλοαναιρούνται.
Η απώλεια γίνεται μέρος της ιστορίας μας
Κάθε απώλεια μάς φέρνει αντιμέτωπους με μια αλήθεια που συνήθως προσπαθούμε να ξεχάσουμε: ότι η ζωή δεν εξελίσσεται πάντα όπως τη σχεδιάζουμε. Κι όμως, ακόμη και μέσα στις αλλαγές που δεν επιλέξαμε, οι άνθρωποι έχουμε μια αξιοσημείωτη ικανότητα να προσαρμοζόμαστε, να βρίσκουμε νέο νόημα και να συνεχίζουμε. Όχι επειδή η απώλεια παύει να έχει σημασία, αλλά επειδή η ζωή, με τον δικό της τρόπο, συνεχίζει να ζητά χώρο δίπλα σε όσα χάθηκαν.
Ίσως η προσαρμογή να μην σημαίνει ότι αφήνουμε πίσω την απώλεια, αλλά ότι της δίνουμε μια θέση μέσα στη ζωή μας, χωρίς να της επιτρέπουμε να καθορίζει ολόκληρη την πορεία της. Γιατί δεν χρειάζεται να διαγράψουμε το παρελθόν για να χτίσουμε το μέλλον. Ίσως η ψυχική προσαρμογή να μην αφορά το να ξεχάσουμε αυτό που χάσαμε, αλλά το να συνεχίσουμε να ζούμε, κουβαλώντας μαζί μας τη σημασία που είχε.
